σαφηνιστικός

-ή, -ό / σαφηνιστικός, -ή, -όν, ΝΑ [σαφηνίζω]
διευκρινιστικός, επεξηγηματικός
αρχ.
το ουδ. ως ουσ. τo σαφηνιστικόν
η διευκρίνιση.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαφηνιστικά — σαφηνιστικός explanatory neut nom/voc/acc pl σαφηνιστικά̱ , σαφηνιστικός explanatory fem nom/voc/acc dual σαφηνιστικά̱ , σαφηνιστικός explanatory fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαφηνιστικῶν — σαφηνιστικός explanatory fem gen pl σαφηνιστικός explanatory masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαφηνιστικόν — σαφηνιστικός explanatory masc acc sg σαφηνιστικός explanatory neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαφηνιστική — σαφηνιστικός explanatory fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαφηνιστικήν — σαφηνιστικός explanatory fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαφηνιστικῷ — σαφηνιστικός explanatory masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υπεξηγητικός — ή, όν, Μ 1. ερμηνευτικός, σαφηνιστικός 2. αυτός που χρησιμεύει ως εξήγηση. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο) * + ἐξηγητικός «ερμηνευτικός»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.